ευσύντακτος

εὐσύντακτος, -ον (Α)
αυτός που είναι συντεταγμένος καλά
2. (για γραπτό ή προφορικό λόγο) αυτός που έχει καλή σύνταξη, καλό ύφος.
επίρρ...
εὐσυντάκτως (ΑΜ)
με ευσύντακτο τρόπο, με καλή σύνταξη
μσν.
με καλή στρατιωτική παράταξη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + συν-τάσσω].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐσύντακτος — well arranged masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσυντάκτως — εὐσύντακτος well arranged adverbial εὐσύντακτος well arranged masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσύντακτον — εὐσύντακτος well arranged masc/fem acc sg εὐσύντακτος well arranged neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσύντακτα — εὐσύντακτος well arranged neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευσυνταξία — εὐσυνταξία, ἡ (Μ) [ευσύντακτος] η καλή σύνταξη …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.